ἁρμόττω


ἁρμόττω
ἁρμόττω / ἁρμόζω 1. прилаживать; 2. неперех. ['ладиться'] подходить, быть впору (ср. гармония; филармония)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἁρμόττω" в других словарях:

  • ἁρμόττω — ἁρμόζω fit together pres subj act 1st sg (attic) ἁρμόζω fit together pres ind act 1st sg (attic doric aeolic) ἁρμόσσω , ἁρμόζω fit together aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρμόζω — (AM ἁρμόζω, Α και ττω) 1. συνδυάζω, συνενώνω 2. είμαι κατάλληλος για κάτι 3. (μτχ.) ο αρμόζων (Α και ἁρμόττων) ο κατάλληλος 4. απρόσ. αρμόζει ταιριάζει, πρέπει αρχ. 1. συνενώνω, συγκολλώ 2. δένω σφιχτά 3. εφαρμόζω το δίκαιο 4. βάζω σε τάξη,… …   Dictionary of Greek

  • αρμαλιά — ἁρμαλιά, η (Α) 1. ορισμένη ποσότητα τροφής που δίνεται στους δούλους ή στα ζώα, το σιτηρέσιο 2. οι προμήθειες του πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας. Η υπόθεση συσχετισμού της λ. με το άρμα (Ι) «τροφή», λόγω της σημασιολογικής συνάφειας των… …   Dictionary of Greek

  • λογγάζω — (Α) λαγγάζω*. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τη συνώνυμη λαγγάζω*, ενώ το ο παραμένει δυσερμήνευτο (πρβλ. ἁρμόττω: ἅρμα)] …   Dictionary of Greek

  • πυκνάρμων — όνος, ὁ, ἡ, Α συναρμοσμένος με πυκνό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυκνῶς + άρμων (< ἅρμα / ἁρμόττω), πρβλ. βητ άρμων] …   Dictionary of Greek